Νίκος Φωκάς


Γεννήθηκε το 1927 στην Αθήνα. Σπούδασε στην Αθήνα Ιστορία και Αρχαιολογία ενώ εργάστηκε ως Φιλόλογος Καθηγητής και ως δημοσιογράφος. Έζησε στη Γερμανία και στην Αγγλία και εξέδωσε τις ποιητικές συλλογές Κυνήγια από Σύγχρονα Γεγονότα (1954), Δυο φορές τ’ όνειρο (1957), Μάρτυρας Μοναδικός (1961), Προβολή πάνω σε γαλάζιο (1972), Ο Μύθος της καθέτου (1981), Προβολέας στα μάτια (1985) κ.ά. Έγραψε επίσης δοκίμια, άρθρα, διηγήματα και κριτικά σχόλια ενώ ποιήματά του μεταφράστηκαν σεευρωπαϊκές γλώσσες. Τα 2005 του απνεμήθη από την επιτροπή κρατικών βραβείων, το Μεγάλο Βραείο Λογοτεχνίας, για το σύνολο του έργου του.
«[…] Από τις αρχές λοιπόν της δεκαετίας του ’50 μέχρι σήμερα, δηλαδή για πάνω από μισόν αιώνα, μιαν ολόκληρη ζωή, ο Φωκάς γράφει ποιήματα. Η ποίησή του είναι πρωτότυπη, ιδιότυπη, τόσο στη μορφή όσο και στο περιεχόμενο.
Ως προς τη μορφή, καλλιεργεί συνεχώς τον ίδιο τύπο ποιήματος, το παραδοσιακό στροφικό ποίημα. Ποιήματα δύο, τριών, τεσσάρων, πέντε, έξι ή και εφτά στροφών. Στροφές τετράστιχες, πεντάστιχες, εξάστιχες, εφτάστιχες, οκτάστιχες και, κάποτε, περισσότερων στίχων. Σε αντίθεση με πολλούς άλλους νεότερους ποιητές, ποιητές της γενιάς του ’30 ή και συγχρόνους του, που δεν ακολούθησαν στα ποιήματά τους κανένα στροφικό σχέδιο, ο Φωκάς επιμένει στο στροφικό ποίημα από τη δεκαετία του ’50 μέχρι σήμερα. Αυτή η εμμονή του δεν είναι τυχαία. Είναι συνειδητή επιλογή και υποδηλώνει μια προσωπική θέση. Ότι ως ποιητής εντάσσει εαυτόν στη δυτική ποιητική παράδοση του λυρικού ποιήματος και αποδέχεται τις παραδομένες φόρμες, τις οποίες θεωρεί ικανές να εκφράσουν τη σύγχρονη ευαισθησία. Από αυτήν την άποψη ο Φωκάς βρίσκεται στους αντίποδες του Ελύτη, ο οποίος αφενός απορρίπτει τους παραδομένους στιχουργικούς τύπους θεωρώντας τους απλά δοχεία που οι ποιητές τα γεμίζουν με το πιο ετερόκλητο υλικό, αφετέρου ο ίδιος, από συλλογή σε συλλογή, κατασκευάζει μια νέα, διαφορετική κάθε φορά φόρμα. […]».
 
ΑΡΗΣ ΜΠΕΡΛΗΣ, «Ο Νίκος Φωκάς και η παραδοσιακή ωδή»,
περιοδικό περιοδικό «Νέα Εστία», τχ. 1775, Φεβρουάριος 2005
 
 
 
«[…] Ο Φωκάς είναι μια μοναχική και ιδιότυπη παρουσία στη μεταπολεμική μας ποίηση. Το ποιητικό του έργο –πυκνό, στέρεο, απρόβλεπτο– ξεχωρίζει ανάμεσα σε αυτό της πλειάδας των ομοτέχνων του για το στοχαστικό του βάθος, την ποιητική διαύγεια, τη γεωμετρική ακρίβεια και τους οξείς αντιλυρικούς του τόνους. […] Η ποίηση του Φωκά] είναι μια ποίηση πεζολογική, κατά βάσιν διανοητική (όχι όμως εγκεφαλική), αιχμηρή, λακωνική, που δεν καταφεύγει σε φτηνά λογοπαίγνια και αμφιβόλου ποιότητας και γούστου ευρήματα (που τόσο πολύ θαυμάζονται στις μέρες μας), για να εκβιάσει τη συμμετοχή και τη συγκίνηση του αναγνώστη. Η κύρια δύναμή της βρίσκεται ασφαλώς στην πνευματικότητα του δημιουργού της, στην οπτική γωνία από την οποία προσεγγίζει τα θέματά της και βέβαια στον τρόπο με τον οποίο ο Φωκάς οικοδομεί τον ετερόκοσμό του: φιλτράροντας την εμπειρία, αξιοποιώντας φαινομενικά ασήμαντες λεπτομέρειες, επιβάλλοντας μια αυστηρή πειθαρχία στο υλικό του, συνθέτοντας εντέλει μια μουσική ιδεών, που δεν έχουμε τη δυνατότητα να ακούμε συχνά στη σύγχρονή μας ποίηση. […]».
 
ΝΙΚΟΣ ΛΑΖΑΡΗΣ, περιοδικό Νέα Εστία,
τχ. 1762, Δεκέμβριος 2003
 
 
 
«[…] Ο Νίκος Φωκάς είναι προγραμματικά ποιητής αντισυναισθηματολογικός, “συγκινησιακά λιτοδίαιτη”, αποκάλεσε πρόσφατα την ποιητική του ο Γεράσιμος Λυκιαρδόπουλος. Στο δεύτερο από τα δύο περίφημα πλέον δοκίμιά του για τον Ρίτσο, ο Φωκάς ορίζει τη συναισθηματολογία ως εξής:
Γενικά συναισθηματολογία και συναισθηματισμός –αν θέλουμε να ορίσουμε την έννοια με κάποια ακρίβεια– είναι η απομίμηση του αισθήματος, είναι η απάθεια που υποκρίνεται το πάθος, είναι ακριβώς η ψυχρότητα που προσποιείται τη θερμότητα.
Στον Φωκά έχεις συχνά την εντύπωση πως βρίσκεται ακριβώς στον αντίποδα: μια θερμότητα που υποδύεται την ψυχρότητα.
Προσπαθώντας να ερμηνεύσεις ένα ποίημα, προσπαθείς ουσιαστικά να εξηγήσεις, σε σένα τον ίδιο πρώτα, γιατί σου άρεσε, τι ήταν αυτό που, χωρίς καλά καλά να το συνειδητοποιείς, σε αιχμαλώτισε στην πρώτη και καθοριστική συνάντησή σου με αυτό. Σήμερα ξέρω για λογαριασμό μου πως ένας από τους λόγους που με γοητεύει η ποίηση του Φωκά είναι το κάρβουνο που σιγοκαίει κάτω από την ψυχρή επιφάνειά της. Μακάρι η ερμηνεία του συγκεκριμένου ποιήματος, την οποία δοκίμασα σήμερα ενώπιόν σας, να φύσηξε το κάρβουνο αυτό από τη σωστή απόσταση, ώστε να το κάνει να κοκκινίσει, να λάμψει και να θερμάνει. […]».
 
ΣΤΑΥΡΟΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ, «Το μέτρο του θανάτου»,
περιοδικό Νέα Εστία, τχ. 1775, Φεβρουάριος 2005
 

Επιστροφή