Γ. Θ. Βαφόπουλος - Οἱ θύρες
Κρούω καὶ τούτη τὴ θύρα.
Ὁ σιωπηλὸς θυρωρὸς ὑποκλίνεται,
τραβώντας τὸ μάνταλο πρόθυμος.
Καὶ πίσω μου πάλιν ἀκούγεται
ὁ τελευταῖος ἀσπασμὸς τῶν θυρόφυλλων.
Κι’ ἄλλη μιὰ θύρα, κι’ ἀκόμα μιὰν ἄλλη.
Τὸ ἴδιο ἀνοίγονται πρόθυμα,
τὸ ἴδιο στριγγλίζει τὸ μετάλλινο φίλημα.
Πόσες θύρες νάχω τάχα περάσει
στὸν ἀπέραντο τοῦτο διάδρομο;
Πόσα φράγματα ἐγκάρσια,
στὴν ἐπάλληλη διαδοχή τους,
ἔκλεισαν πίσω μου;
Οἱ γυμνοὶ τοῖχοι παράλληλοι τρίβουν
τὴν παγωμένη τους ράχη
στῆς ἀνοιχτῆς μου παλάμης τὸ ψάξιμο.
Κρυώνω. Καὶ χτυπῶ τὴν ἑπόμενη θύρα.
Κρυώνω. Καὶ χτυπῶ τὴν ἑπόμενη.
Τῷ κρούοντι ἀνοιγήσεται.
Ὅμως δὲν ἀρκεῖ
τῆς θύρας μονάχα τὸ χτύπημα.
Δὲν ἀρκεῖ τοῦ σιωπηλοῦ θυρωροῦ
ἡ πρόθυμη ὑπόκλιση.

Επιστροφή