Αργύρης Χιόνης - Στό ὑπόγειο
ΙΑ’
Ὤ ναί, ξέρω καλά πώς δέν χρειάζεται καράβι γιά νά ναυαγήσεις, πώς
δέν χρειάζεται ὠκεανός γιά νά πνιγεῖς.
Ὑπάρχουνε πολλοί πού ναυαγῆσαν μέσα στό κοστούμι τους, μές στή βα-
θιά τους πολυθρόνα, πολλοί πού γιά πάντα τούς σκέπασε τό πουπουλέ-
νιο πάπλωμά τους.
Πλῆθος ἀμέτρητο πνίγηκαν μέσα στή σούπα τους, σ’ ἕνα κουπάκι του κα-
φέ, σ’ ἕνα κουτάλι του γλυκοῦ... Ἄς εἶναι γλυκός ὁ ὕπνος τους ἐκεῖ
βαθιά πού κοιμοῦνται, ἅς εἶναι γλυκός κι ἀνόνειρος.
Κι ἅς εἶναι ἐλαφρύ τό νοικοκυριό πού τούς σκεπάζει.
«Σαν τόν τυφλό μπροστά στόν καθράφτη», 1986.
Ὅποιος χαράζει τ’ ὄνομά του στή φλούδα ἑνός δέντρου, πράξη τελεῖ ἐ-
ρωτική ἡμιτελῆ. Ἄν θέλει νά ὁλοκληρωθεῖ αὑτή ἡ πράξη, πρέπει καί
στή δική του φλούδα νά χαράξει τό ὄνομα τοῦ δέντρου. Μονάχα τότε θά
θροΐσουν γλυκά τά φύλλα τῆς καρδιᾶς του.
«Στό ὑπόγειο», 2004.

Επιστροφή