Γιάννης Σκαρίμπας - Ἡ ἄγνωστη
Κι ἦταν ὡραῖα ὡς πέρασε ἄκρη τοῦ δρόμου ἐκεῖ,
μ’ ἄγνωστο πάτημα ποδιοῦ καὶ τρυφερὸ μυστήριο,
στὸ πεζοδρόμι κρούοντας ὡραία ἐρημική,
τῶν τακουνιῶν της τὸ γοργὸ κι ἐρωτικὸ ἐμβατήριο.
Στάθκα στητός, τὴ μουσικὴ γροικώντας τοῦ ἀλαφροῦ
κυματισμοῦ τῶν ρούχων της – κι ἐντός μου ὅ,τι εἶχε σπάσει
κι ἦταν τραχύ, στῆς φούστας της τὸ εὐγενικὸ φρού-φρού,
χρυσὸς νὰ γίνετ’ ἔνιωθα καρπὸς πόχει ὠριμάσει!
Ἔφυγε αὐτή… Ποιὸς ξέρει ποὺ – σὲ ποιὰ σιγή ἐρημιᾶς –
νοσταλγικὴ τὸ βῆμα της τ’ ἄγνωστο πάει νὰ δώσει,
κι ἦταν αὐτὴ – τὸ νιώθω ναὶ – ποῦ ἂν ἤθελε, μὲ μιᾶς,
τὸν βάρβαρό μου ἑαυτὸ γλυκὰ θἄχε ἡμερώσει.
Τώρα; Τώρα στοὺς πρώτους μου ἔμεινα ἐδῶ ὀδυρμούς,
Πάνας τοῦ δρόμου ἐρωτικὸς – ἡ φύση ὡς μ’ ἔχει κάμει –
κι εἶμαι λές, σὰν – ποιὸς ξέρει ποιοὺς – νὰ ξέχασα δρυμοὺς
κειὸ τὸ λιανὸ – μὲ τρεῖς ὀπὲς – ποὺ σφύραγα καλάμι…
«Ολαλούμ», 1936

Επιστροφή