Kώστας Μόντης - Στερνὸς φόβος
Δὲν εἶν’ τὸ ἂν θὰ τελειώσει γρήγορα ἡ γιορτή,
ἂν θὰ τελειώσει γρήγορα ἡ κηδεία
ἡ μεγαλόπρεπη πού σοῦ ’καναν
(ὅλος ὁ κόσμος νὰ μιλᾶ γιὰ ἐσένα,
στὴν πόλη ὁλάκερη ἐπικράτησαν οἱ πένθιμες καμπάνες σου).
Δὲν εἶναι τὸ «γρήγορα» ποὺ φταίει.
Γιατί ἐπιτέλους καὶ τ’ «ἀργά» πόσο κρατᾶ
καὶ ποιὰν ἀσφάλεια θὰ σοῦ δώσει
ἀφοῦ καὶ στὴν ἀρχή-ἀρχὴ τοῦ ἂν στέκεις
βλέπεις τὸ τέλος νὰ ’ρχεται, τὸ ξέρεις;
Εἶν’ ἄλλο αὐτὸ ποὺ ἐκμηδενίζει τὴν κηδεία καὶ τὴ γιορτή:
ἡ τρομερὴ ἐρημιὰ π’ ἁπλώνεται μόλις τελειώσει
χωρὶς μέση κατάσταση.
Κι ἐνῶ στὶς ἕντεκα συνωστιζόντουσαν στὴν ἐκκλησιὰ τὰ πλήθη,
στὶς ἕντεκα καὶ δέκα οὔτε ψυχῆ.
Κλειστὲς οἱ πόρτες. Δὲν ὑπάρχει
παρὰ ἕνα λάβαρο μονάχα στὴν αὐλὴ γελοῖο
ποὺ τ’ ἄφησαν προκάλυψη
(ὑποταγμένον, ἄψυχο)
στὴ θέση ποὺ ἐγκατάλειψαν αὐτοί…
Ὤ, μὴν ἀφήσετε τὸ φύλακα νὰ κράξει
στὰ τελευταῖα παιδιὰ π’ ἀπόμειναν χαζεύοντας στοὺς τάφους:
–Ἂντες νὰ βγῆτε καὶ θὰ κλείσουμε!
Ἂς μὴν ἀκούσω αὐτὴ τὴ φράση,
Ἂς μὴν ξέρω πὼς θὰ εἰπωθεῖ.
«Ἀνθολογία Κυπρῖων ποιητῶν» του Ἀνδρ. Σ. Ἰωάννου, 1951


Επιστροφή