Κριτική

Κεντρική
Προλογικό
Ομάδα Εργασίας
Χρονολόγιο
Βιογραφία
Ιστορικά Γεγονότα
Ο λόγος του Μ
Κριτική
Γραμματολογικά
Βιβλιογραφία
Στο σχολείο
Εικαστικά
Δραστηριότητες
'Αλλες Συνδέσεις
Περιεχόμενα

Κριτική για τον Μακρυγιάννη

Ηχητικό ντοκουμέντο: Ο Άγγελος Τερζάκης μιλάει για τα Απομνημονεύματα του Μακρυγιάννη(336KB)

 

ΣΠΥΡΟΣ ΒΑΣΙΛΕΙΟΥ   « Σκέψις Μακρυγιάννη  Χειρ. Δ.Ζωγράφου», Ελεύθερα Γράμματα, 22 Μαρτίου 1946 

Ο στρατηγός Μακρυγιάννης, ο ατόφιος αυτός Ρουμελιώτης αγωνιστής του 21, που έμαθε την αλφαβήτα για να προσθέσει ένα ακόμα όπλο στο σελάχι του, θέλοντας ν΄ αποστομώσει τους «χαμερπείς» που στρεβλώνανε την ιστορική αλήθεια «εστοχάσθη» να μιλήσει με τη γλώσσα της ζωγραφικής στους αγράμματους συμπολεμιστές του, ακριβώς όπως οι παλιοί εκείνοι τεχνίτες που ιστορούσανε τα Ευαγγέλια και πλάι στο κείμενο ζωγραφίζανε σε μικρογραφίες τα επεισόδια της Γραφής για τον αναλφάβητο αναγνώστη.

  

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ «Ένας Έλληνας - ο Μακρυγιάννης»,  Δοκιμές, πρώτος τόμος (1936-1947), Ίκαρος, 1981 (Δ΄ έκδοση).

Το περιεχόμενο της γραφής του Μακρυγιάννη είναι ο ατελείωτος και ο τραγικός αγώνας ενός ανθρώπου, που με όλα τα ένστικτα της φυλής του ριζωμένα βαθιά μέσα στα σπλάχνα, αναζητά την ελευθερία, το δίκαιο, την ανθρωπιά. [….]

Ο δεύτερος λόγος που πιστεύω πως ο Μακρυγιάννης είναι ο πιο σημαντικός πεζογράφος μας, είναι γιατί τον νομίζω σαν ένα μεγάλο διδάσκαλο της γλώσσας μας. Αν εξαιρέσω την ερειπωμένη Γυναίκα της Ζάκυθος του Σωλομού, δεν ξέρω άλλο κείμενο στα νέα μας γράμματα που να διδάσκει τόσα πολλά όσο το κείμενο του Μακρυγιάννη [….]

Ύφος είναι οι δυσκολίες που βρίσκει ένας άνθρωπος για να εκφράσει κάτι, ύφος είναι η ανθρώπινη προσπάθεια, «ύφος είναι ο άνθρωπος», όπως διδάσκει ένα σοφό ρητό [….]

… Αυτό το ύφος των πραγμάτων, το ύφος της ανάγκης, το ύφος το αποτελεσματικό, το βρίσκω στον Μακρυγιάννη.

Ποτέ δεν ξανακούσαμε στην Ελλάδα μια τόσο αδρή φωνή [….]

Η φωνή του Μακρυγιάννη είναι ένας κλώνος από το στιβαρό δέντρο που έδωσε τον Ερωτόκριτο και τη Θυσία του Αβράαμ, έδωσε τα δημοτικά μας τραγούδια, κι έδωσε ακόμη - προτείνω την ταπεινή μου ιδέα για όσο αξίζει - τον πιο μεγάλο καλλιτέχνη που βγήκε από την Ελλάδα, ύστερα από τους αρχαίους, τον Θεοτοκόπουλο.

 Αποσπάσματα

Τα γράμματα είναι από τις πιο ευγενικές ασκήσεις κι από τους πιο υψηλούς πόθους του ανθρώπου. Η παιδεία είναι ο κυβερνήτης του βίου. Κι επειδή οι αρχές αυτές είναι αληθινές, πρέπει να μην ξεχνούμε πως υπάρχει μια καλή παιδεία - εκείνη που ελευθερώνει και βοηθά τον άνθρωπο να ολοκληρωθεί σύμφωνα με τον εαυτό του , και μια κακή παιδεία - εκείνη που διαστρέφει και αποστεγνώνει και είναι μια βιομηχανία που παράγει τους ψευτομορφωμένους και τους νεόπλουτους της μάθησης, που έχουν την ίδια κίβδηλη ευγένεια με τους νεόπλουτους του χρήματος. Αν ο Μακρυγιάννης μάθαινε γράμματα την εποχή εκείνη, πολύ φοβούμαι πως θα έπρεπε να απαρνηθεί τον εαυτό του, γιατί την παιδεία την κρατούσαν στα χέρια τους οι «τροπαιούχοι του άδειου λόγου», καθώς είπε ο ποιητής, που δεν έλειψαν ακόμη. Δεν επαινώ τον Μακρυγιάννη γιατί δεν έμαθε γράμματα, αλλά δοξάζω τον πανάγαθο Θεό που δεν του έδωσε τα μέσα να τα μάθει. Γιατί αν είχε πάει σε δάσκαλο, θα είχαμε ίσως πολλές φορές τον όγκο των Απομνημονευμάτων σε μια γλώσσα όλο κουδουνίσματα και κορδακισμούς, θα είχαμε ίσως περισσότερες πληροφορίες για τα ιστορικά των χρόνων εκείνων, θα είχαμε ίσως ένα Σούτσο της πεζογραφίας, αλλά αυτή την αστέρευτη πηγή ζωής, που είναι το βιβλίο του Μακρυγιάννη, δε θα την είχαμε. Και θα ήταν μεγάλο κρίμα. Γιατί έτσι όπως μας φανερώνεται ο Μακρυγιάννης, βλέπουμε ολοκάθαρα πως αν ήταν αγράμματος, δεν ήταν διόλου ένας ορεσίβιος ακαλλιέργητος βάρβαρος. Ήταν ακριβώς το εναντίον: ήταν μια από τις πιο μορφωμένες ψυχές του ελληνισμού. Και η μόρφωση, η παιδεία που δηλώνει ο Μακρυγιάννης, δεν είναι κάτι ξέχωρο ή αποσπασματικά δικό του, είναι το κοινό χτήμα, η ψυχική περιουσία μιας φυλής, παραδομένη για αιώνες και χιλιετίες, από γενιά σε γενιά, από ευαισθησία σε ευαισθησία, κατατρεγμένη και πάντα ζωντανή, αγνοημένη και πάντα παρούσα - είναι το κοινό χτήμα της μεγάλης λαϊκής παράδοσης του Γένους. Είναι η υπόσταση, ακριβώς, αυτού του πολιτισμού, αυτής της διαμορφωμένης ενέργειας, που έπλασε τους ανθρώπους και το λαό που αποφάσισε να ζήσει ελεύθερος ή να πεθάνει στα ΄21.

Γι΄ αυτό η λαϊκή μας παράδοση είναι τόσο σπουδαία. […]

 

Θυμούμαι πάντα το Θεόφιλο όταν συλλογίζομαι τον Μακρυγιάννη.

Σας έλεγα πως ο Μακρυγιάννης είναι από τις πιο μορφωμένες ψυχές του νέου ελληνισμού, το ίδιο πιστεύω και για το Θεόφιλο, αν η λέξη μόρφωση σημαίνει πνευματική μορφή. Κι αυτή η μόρφωση τους είναι εξαιρετικά έντονη και δραστήρια. Είναι καταπληκτική η έμφυτη ανάγκη που έχουν να εκφραστούν. Εκμηδενίζει όλες τις δυσκολίες. Θυμάται κανείς κάτι πεισματάρικα φυτά, που όταν πιάσει η ρίζα τους, προχωρούν γκρεμίζοντας φράχτες, σπάζοντας ταφόπετρες. Ο Μακρυγιάννης δημιουργεί έκφραση σε κάθε του ώρα. Και με πετραδάκια της θάλασσας (Β΄ 351) ακόμη κάθεται και γράφει την ιδέα του στο χώμα του περιβολιού του, και συμπληρώνει τη σκέψη της μέρας με τα όνειρα που βλέπει στον ύπνο του. […]

 

Θα ήθελα τώρα, προτού τελειώσω, να συνοψίσω τη γνώμη μου για την αξία του βιβλίου του Μακρυγιάννη. Ακούσατε λίγες περικοπές του. Είναι ελάχιστες και ανεπαρκείς. Αλλά θα σας δώσουν οπωσδήποτε μια μικρή βάση για να κρίνετε την ιδέα μου, που είναι η ακόλουθη: Ο Μακρυγιάννης είναι ο πιο σημαντικός πεζογράφος της νέας Ελληνικής Λογοτεχνίας, αν όχι ο πιο μεγάλος, γιατί έχουμε τον Παπαδιαμάντη.

 

ΓΙΩΡΓΟΣ ΣΕΦΕΡΗΣ« Μνήμη του  Μακρυγιάννη, Mέρες Γ΄, Κυριακή, 20 Αυγούστου 1939. Αθήνα»

Κι οι μέρες τούτες είναι σα να ζεις

μες στην κοιλιά ενός ζώου που το δέρνει η θέρμη,

οι άνθρωποι στους δρόμους φεύγουν και γίνουνται

καθώς μια λάσπη λιπαρή ποτισμένη ιδρώτα.

«Γνωρίζετε αδελφοί! ότι ο Αδάμ και η Εύα

είναι η αρχή εξ ής το ανθρώπινον γένος κατάγεται…»

κήρυχνε ο Πολωνός Μίλβιτς,

κι ο Μακρυγιάννης σάπιος από τις πληγές

δυο στα κεφάλι και άλλες στο λαιμό και το ποδάρι

το χέρι χωρίς κόκαλα και σίδερα στη γαστέρα

για να κρατιούνται τ΄ άντερα -

γεμάτος όνειρα σαν το μεγάλο δέντρο

γράφοντας γράμματα στο Θεό.

Τι είχε να κάνει με τους Πολωνούς ο Μακρυγιάννης;

με τα κηρύγματα των καρμπονάρων,

ή με τους Βαυαρούς ή με τους Φαναριώτες;

Ήταν ένας άντρας από δω

γεννημένος σε μια ρεματιά σαν το σκίνο

κι αυτό ήταν όλο: μοναξιά κι έχτρα,

κι ο μοίραρχος Πτολεμαίος.

Σκορπάει σκυλόδοντα το φως, ή άσφαλτο λιώνει

τα σπίτια με χαμηλωμένα βλέφαρα πονούν

κι οι μηχανές πριονίζουν σάρκες χωρίς αίμα -

Και δε μας ακούς και δε μας βλέπεις

έξι μήνες φυλακωμένος σε δυο δρασκελιές κάμαρη

και σκούζω νύχτα μέρα-μέρ΄ απ΄ τις πληγές μου.

Τούτο γινότανε στις δεκατρείς

τυοτ΄νού του μήνα (Αύγουστος 1852).

Κι ο ανακριτής τονίζοντας τις γενικές πληθυντικές

έκανε την κατ΄ οίκον έρευνα χωρίς ν΄ αφήσει τίποτε

κατώγια, ταβάνια, κασέλες, εικόνες δικές σου (του Θεού)

κι ο άλλος κοντός κι αρχάριος

ρωτούσε επίμονα όλους μες στο σπίτι

ποιος ήταν ο καλόγερος που χάρισε

του στρατηγού το κομπολόι

τόσο ασυνήθιστα μακρύ.

Κι ο μοίραρχος με τη στολή του, ο Πτολεμαίος

πήρε το γέρο ανήμερα της Παναγιάς

στο Μεντρεσέ που φυλακώνουν τους κακούργους.

 

Γ. ΘΕΟΤΟΚΑΣ   «Ο Στρατηγός Μακρυγιάννης», περιοδικό Νέα Εστία 1941

 Ο Στρατηγός έγραψε τα Απομνημονεύματά του με φωνητική ορθογραφία και μ΄ ένα γραφικό χαρακτήρα ιδιότυπο και σχεδόν ακατανόητο σ΄ έναν αναγνώστη που δεν έχει εξασκηθεί ειδικά. Το έργο έμεινε άγνωστο αρκετές δεκαετίες, ώς ότου το ανακάλυψε ο Γιάννης Βλαχογιάννης και το πρόσφερε στο έθνος. Το μετάγραψε σε κανονική ορθογραφία, εργαζόμενος απάνω στο χειρόγραφο, όπως μας λέει ο ίδιος, δέκα εφτά μήνες, το διαίρεσε σε βιβλία και κεφάλαια και το δημοσίεψε στα 1907 μαζί μ΄ ολόκληρο το Αρχείο του Στρατηγού, συνοδεύοντας την έκδοση με πολύτιμα σχόλια και επεξηγηματικές υποσημειώσεις.

Η βασική παρεξήγηση είναι ότι έχει επικρατήσει, στη διανοούμενη Ελλάδα, η συνήθεια να θεωρείται ο Μακρυγιάννης σαν ένας απλός και ανεύθυνος άνθρωπος του λαού, παρθένος από κάθε εσωτερικό δούλεμα και κάθε προσωπικό στοχασμό, σαν ένας αυτόματος δημοτικός τραγουδιστής σε πεζό. Τα Απομνημονεύματά του παρουσιάζονται έτσι σαν ένα γραφτό έργο αντίστοιχο της «λαϊκής τέχνης», σπουδαίο, βέβαια, στο είδος του, αλλά που η σπουδαιότητά του βρίσκεται ακριβώς στην έλλειψη συνείδησης και ευθύνης του δημιουργού του, στην απλότητα της ψυχής του και της σκέψης του, στον αφελή αυθορμητισμό του. Και λαϊκός είναι βέβαια, ο άνθρωπος, βουτηγμένος με χαρά στη λαϊκότητα περισσότερο από κάθε άλλον Έλληνα πεζογράφο, όχι όμως έτσι όπως τον φαντάζονται. Κατά βάση λαϊκός στην έκφραση, στο γούστο, στη θεώρηση του κόσμου, όμως κάμποσα κεφάλια ψηλότερος από το πλήθος, πολύ έντονα ατομικός, στο έργο του όσο και στη ζωή του, και τρικυμισμένος από ευγενικά πάθη και αγωνίες. Πιστεύω ότι, παρά την απλότητα της φρασεολογίας του, ο Στρατηγός Μακρυγιάννης δεν είναι απλός συγγραφέας. Είναι περίπλοκος.

 

Μ . ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΠΟΥΛΟΣ   « Συνάντηση Σεφέρη - Μακρυγιάννη» εκδ. Πολύτυπο, Αθήνα 1983. 

«Θα σημειώσω γυμνή την αλήθεια, χωρίς πάθος», γράφει ο Μακρυγιάννης. Αφηγείται, ωστόσο, με άγριο πάθος. Καταθέτει διατελώντας μόνιμα εν βρασμώ ψυχής. Δεν υπάρχει σελίδα χωρίς οργή και έξαψη. Γράφει με την αιχμή του σπαθιού και όχι με την πένα. Κυριαρχούν οι ζοφερές και ακραίες καταστάσεις. Μαύρο - άσπρο. Και την καταγραφή των περιστατικών και στην εξεικόνιση των προσωπικών βιωμάτων. Σχεδόν απουσιάζουν οι φωτοσκιάσεις.

Από τη μια μεριά η διεφθαρμένη απ΄ άκρη σ΄ άκρη ηγεσία, πολιτική και στρατιωτική, εκτελεστική και νομοθετική εξουσία, κλεφτοκαπεταναίοι και λογιότατοι, εφοπλιστικό και φεουδαρχικό αρχοντολόι. Από την άλλη οι ενάρετοι και απονήρευτοι αγωνιστές.

Ο γνήσια λαϊκός ψυχισμός του Μακρυγιάννη, το κάλλος του απροσποίητου και πηγαίου, το στηλιτευτικό ύφος του αδιάφθορου, ή φήμη του ευαγγελιστή της αρετής και του πατριωτισμού, έχουν περιβάλει το έργο του με τέτοια αίγλη που αντιστέκεται σε κάθε αμφισβήτηση και δυσχεραίνει την ψύχραιμη ανατομία και αποτίμηση, δημιουργώντας ακόμα και συναισθηματικές αναστολές.

Ο Μακρυγιάννης είναι ειλικρινής αλλά όχι αντικειμενικός, αυθόρμητος αλλά όχι πάντοτε αξιόπιστος, ακέραιος αλλά όχι ανεπηρέαστος. Υπάρχει παρρησία και αρετή αλλά συχνά όχι φερεγγυότητα. Δίνει παραστατικά την ατμόσφαιρα αλλά όχι το ακριβές περίγραμμα, προσφέρει μια εκδοχή του γεγονότος, με τη δική του όραση, αλλά όχι το αυθεντικό γεγονός. Ούτε το βάθος ούτε τις προεκτάσεις. Μερικές φορές, ότι απομένει είναι ο αντικατοπτρισμός, ο απόηχος. Πιο ευσταθείς μαρτυρίες είναι εκείνες που αναφέρονται σε προσωπικά βιώματα, σε λεπτομέρειες. Αλλά και σ΄ αυτές τις περιπτώσεις η νηφαλιότητα συνήθως απουσιάζει. Ο Μακρυγιάννης γράφει μαχόμενος και δημηγορώντας.

 

Κ. ΣΙΜΟΠΟΥΛΟΣ   «Ιδεολογία και αξιοπιστία του Μακρυγιάννη» εκδ. Ερμής, Αθήνα 1986 

Ο Σεφέρης, έχοντας χωνέψει τα πράγματα για τα οποία μιλά - έχοντάς τα μέσα του -, δεν κάνει βήματα πίσω πηγαίνοντας γι΄ αυτή τη συνάντηση με τον Μακρυγιάννη και με όσα αντιπροσωπεύει στη σύγχρονη συνείδηση αυτό το φαινόμενο. Το μάθημα γίνεται με όλες τις αξιώσεις ενός σημερινού μαθήματος. Καμιά λ.χ. γλωσσική παραχώρηση στο μέρος του Μακρυγιάννη, πουθενά δε βρίσκει κανείς τέτοιου είδους χειρονομίες που διαπιστώνουμε σ΄ άλλες περιπτώσεις. Είναι πάνω σ΄ αυτό σταθερός. Με κανένα τρόπο δεν πάει αυτός ο ίδιος εκεί, τον ίδιο τον Μακρυγιάννη τον καλεί να ξαναπάρει τις πληγές του και τ΄ άρματά του - τον ωραίο του λόγο - και να έρθει εδώ, πράγμα που είναι μια ανώτερη εκδήλωση σεβασμού κι εμπιστοσύνης σ΄ αυτόν τον άνθρωπο και στο έργο του, γιατί δηλώνει τη ζωντανή του παρουσία μέσα στο σημερινό. Δε γίνεται μνημόσυνο νεκρού. Γενικά ο Σεφέρης είναι δυνατό και σωστό χωνευτήρι. Ότι πέφτει εκεί μέσα χρωματίζεται από την προσωπικότητά του, χωρίς να χάνεται. Ακόμη και όταν είναι δηλωμένες οι πηγές ή η προϋπόθεση γι΄ ακουστικές και άλλες συνηχήσεις με γνωστά εκφραστικά υποδείγματα - λ.χ. με τον ίδιο τον Μακρυγιάννη -, ακόμη κι εκεί διαβάζεις Σεφέρη, όχι Μακρυγιάννη ή «Ερωτόκριτο» ή «Αγία Γραφή» που η μουσικής της - και όχι η μουσική μόνο - είναι διάχυτη στο έργο του. Η ποιητική του αντίληψη του υπαγορεύει άλλες λύσεις. Λέει γι΄ αυτό το ζήτημα στη διάλεξη για τον Μακρυγιάννη: «Αν είχα να γράψω ένα ποίημα που να εκφράζει τον Μακρυγιάννη… θα κοίταζα να γράψω τρεις γραμμές ή τρεις σελίδες, συγκεντρώνοντας από την εμπειρία που έχω των εικόνων και των καημών του τόπου μου τις λέξεις εκείνες που κατά το αίσθημά μου θα σας έδιναν τη συγκίνηση που μου έδωσε, χωρίς ίσως να ονομάσω διόλου, αυτόν ή πράγματα που ονομάζει».