perchance to dream ΣΑΙΞΠΗΡ

ΚΑΜIΑ ΦΟΡΑ ΤΟΥΤΗ Η ΔΟΥΛΕIΑ ΠΟΥ ΚΑΝΩ - ΤΟ κερατένιο τούτο επάγγελμα του λογοτέχνη, που λέει ένας ποιητής - μου δίνει την εντύπωση πως δεν είμαι παρά ένας “γκρουμ” , δηλαδή ένας χειριστής ανελκυστήρος, που με κατεβάζει στα υπόγεια του ύπνου και του ξύπνου, εκεί που κατοικούνε τα όνειρα. Κι από κει, ακόμα πιο κάτω στα υπόγεια του θανάτου.
Ένα βράδυ μάλιστα το είδα πως ήμουν μέσα στο ασανσέρ κι ανεβοκατέβαινα, γιατί είχα μπερδέψει τα κουμπιά και δεν ήξερα σε ποιον όροφο να βγω. Τελικά, σκεφτόμουν το πρωί, αυτό συμβαίνει μ' εμάς : μπερδεύουμε τους ορόφους.
Άλλοτε όμως έχω την εντύπωση πως η δουλειά που κάνω δεν έχει άλλο νόημα παρά να εξορκίσω το θάνατο. Όπως τότε που βρέθηκα σε μια μεγάλη υπόγεια αίθουσα, αραχνιασμένη, κάποιου τεράστιου οικοδομήματος, μαζί με τον ξάδερφό μου το Γιάννη κι ένα τρίτο πρόσωπο, σαν κάποιον παλιό γνωστό μου, γυμναστή, που τον λέγανε κι εκείνον Γιάννη. Εκεί στη μέση της αίθουσας, προσπαθούσαμε κι οι τρεις να θάψουμε μια κάσα σ' ένα μεγάλο λάκκο και ρίχναμε χώμα και πέτρες στα πλαϊνά της, για να καλύψουμε τα κενά. Κάποια στιγμή ένιωσα πως χαλάρωσαν οι σανίδες κι είπα του Γιάννη, του ξαδέρφου μου: “Πρόσεξε, θα βγει ο νεκρός”. Και τότε κατάλαβα πως ήταν μέσα ο Δ., ο δικός μας, που ήταν πεθαμένος από το περασμένο κιόλας καλοκαίρι.
“Το βλέπω”, είπε ο Γιάννης και κάρφωσε στα πλάγια δυo καρφιά, για να στερεώσει τις σανίδες. Τότε άρχισε να φυσάει κάτι σαν αγέρας και να χτυπούν οι πόρτες. Το φως έγινε ακόμα πιο αδύνατο, προς το μαβί, και το πρόσωπο του γυμναστή έγινε μπλάβο. Με κοίταζε ταραγμένος κι εγώ ανατρίχιασα ολόκληρος. Έστρεφα τα μάτια μου προς την ανοιχτή πόρτα του υπογείου κι από κει φαινόταν, δίπλα στο άνοιγμα, μια ξύλινη ντουλάπα, από κείνες τις παλιές με τον καθρέφτη. Εγώ την έβλεπα από το πλάι. μπροστά της παρουσιάστηκε - λίγο λίγο - ο Δ. 'Ήταν πιο νέος και πιο λεπτός, φορούσε κουστούμι και προσπαθούσε να δέσει τη γραβάτα του. Το πρόσωπό του ήταν επίσης μπλάβο. Άρπαξα τότε από κάμω μια παντούφλα ή κάτι τέτοιο, πετάχτηκα επάνω, όρμησα προς την έξοδο και χτύπησα δυνατά με την παντούφλα το ανοικτό φύλλο της πόρτας.
“ Φύγε, φύγε!” φώναζα - και πάλι φυσούσε κάτι σαν αγέρας.
Αλλά τα πράγματα δεν είναι πάντα τόσο φοβερά, κι ούτε τόσο απλά.
Παράδειγμα, αυτά που μου συνέβησαν με το Γιώργο Ιωάννου, τον πεζογράφο. Τον ήξερα βέβαια από παλιά, από τα φοιτητικά μου χρονια ακόμα, όταν εκείνος ήταν βοηθός στο Σπουδαστήριο της Ιστορίας. Πολύ αργότερα γνωριστήκαμε κάπως περισσότερο, ανταλλάσσαμε μάλιστα πότε πότε κανένα γράμμα, κυρίως για θέματα υπηρεσιακά, επειδή κι εκείνος κι εγώ ταλαιπωρηθήκαμε αρκετά με τις μεταθέσεις, ώσπου ν' αράξουμε Κι όταν ήρθε κι εκείνος στην Αθήνα, συνέβαινε να συναντιόμαστε με διάφορες ευκαιρίες ή μιλούσαμε καμιά φορά στο τηλέφωνο. Με όλα αυτά η σχέση μας παρέμενε μάλλον “συναδελφική”, όπως λέμε στο σινάφι μας και δε δικαιολογεί να τον δω στον ύπνο μου, και μάλιστα δυο φορές. Και τις δυο καλοκαίρι, στο εξοχικό μας. Την πρώτη φορά ήταν στις 24 Αυγούστου Ι985 , ημέρα Σάββατο.
Τον είδα λοιπόν που κατέβαινε από μια μικρή τούμπα, έναν στρογγυλό λόφο, άδεντρο, χοντρούλης χοντρούλης όπως ήταν, κι ήρθε να με αγκαλιάσει. Ξαφνικά συνειδητοποίησα πως ήταν πεθαμένος και του λέω :
“Άντε χάσου, Ιωάννου, κάνε πέρα!” και τον χτύπησα στην κοιλιά. Εκείνος γελούσε - χο, χο, χο! - με την κοιλιά του, όπως το συνηθούσε
“ Θέλεις” του λέω “κι άλλους εκεί που είσαι;” “Ου!” μου λέει. “Όλους σας!”
Κάπου εκεί τον έχασα, αλλά το πράγμα Δε σταμάτησε εδώ.
Τον είδα ξανά, για δευτεpη φορά, υστεpα από έξι ολόκληρα χρόνια, στις 11 Ιουλίου, ημέρα Πέμπτη, αν δεν κάνω λάθος. κρατούσα λέει ένα βιβλίο του και το ξεφύλλιζα. Έπεσα τότε σε δυο σελίδες άκοπες κι έβγαλα το μολύβι και τις έκοψα. Εκεί κάτι έγραφε για τους Έλληνες που ζουν στην ξενιτιά, κι ήταν και μια φωτογραφία, ασπρόμαυρη, που έδειχνε παρέλαση, σε κοντινό πλάνο:
Ο σημαιοφόρος με τη σημαία κι οι παραστάτες. Διάβασα, νομίζω στη λεζάντα της: Όση νοσταλγία έχουμε εμείς για την πατρίδα στις εθνικές εορτές, π.χ. στις25 Μαρτίου, τόση νοσταλγία έχουν αυτοί κάθε μέρα.
Ήμουν ξαπλωμένoς σ' ένα ντιβάνι, σκεπασμένος με κουβέρτα. Δίπλα μου τότε βρέθηκε να κάθεται ο Γιώργος Ιωάννου και κάποιοι άλλοι, άγνωστοι.
“ Διάβαζα ” του λέω “το βιβλίο σου” .
“Για να δω” μου λέει - και του το δείχνω.
“Α ναι” λέει. “Για σένα δεν έχω γράψει ποτέ, τίποτε” .
“Το ξέρω” του λέω “και καταλαβαίνω γιατί”. “'Οχι” μου λέει, σαν να μάντεψε τη σκέψη μου. “Αλλά όλα αυτά, αυτές τις εκκρεμότητες και τόνιζε με έμφαση τις λέξεις - τα τακτοποιούσα στο βιβλίο μου Επιτάφιο, Και θρήνο" που δεν κυκλοφόρησε ποτέ” - και σκεφτόμουν πως είχε δίκιο, γιατί το βιβλίο του που είχε κυκλοφορήσει είχε τίτλο Επιτάφιος Θρήνος.
“Έ” , “Γιατί; ” του λεω. Έκανε μια κίνηση με το χέρι που σήμαινε:
“Ε, τώρα! Τα ξέρεις αυτά...”. Κι ύστερα: “ Φταίνε οι εκδότες μου ! ”
“Ξέρεις” του λέω, “ένα βράδυ σε είδα στο όνειρο μου, τότε κοντά που είχες πεθάνει. Κατέβαινες από μια μικρή τούμπα, χοντρούλης κχοντρούλης, και ήρθες να με αγκαλιάσεις. Ξαφνικά συνειδητοποίησα πως ήσουν πεθαμένος και σου λέω: “Άντε χάσου, Ιωάννου! Κάνε πέρα!” - και σε κτύπησα στην κοιλιά. Εσύ γελούσες, χο, χο, χο, με την κοιλιά σoυ, όπως το συνηθούσες. “ Θέλεις” σου λέω “να πάρετε κι άλλους εκεί που είσαι;” - “Oυ!” μου λες. “Όλους σας”.
Γελούσε και τώρα που του το διηγήθηκα, αλλά μ' έναν τρόπο αμφίβολο πια. Συνεχίζοντας την κουβέντα που είχαμε ξεκινήσει του λέω: “Εσύ τι κάνεις, πως τα περνάς εκεί κάτω; ” - και λέγοντας έδειχνα επάνω, δεν ήξερα ποιο από τα δυο να πω.
“Πολύ καλά” μου λέει.
“Έχεις παρέες ενδιαφέρουσες; Λέτε ιστορίες; ” “Ου!” μου λέει. “Συνέχεια!” - και γελούσε Συγχρόνως μου τακτοποιούσε την κουβέρτα, κάτω από το λαιμό μου.
“Θυμάσαι” του λέω “να μου πεις καμιά ιστορία, κάποιο περιστατικό τελοσπάντων, από κει;” Συνοφρυώθηκε τότε, χλόμιασε και ίδρωσε Είχα την αίσθηση ότι τον πίεζα πολύ.
“Μπα!” μου λέει. “Μην ακούς!”. Αλλά εγώ, επέμενα:
“ Υπάρχει καθόλου μνήμη; Έχει κάποια εμβέλεια; ” ρώτησα με έμφαση.
Έκανε ένα μορφασμό και μια χειρονομία που δήλωνε: καθόλου σχεδόν, ή: ελάχιστη! 'Υστερα: “Τίποτε” είπε, και χάθηκε
Αυτά με τον Γιώργο Ιωάννου.
'Ομως το πιο περίεργο όνειρο, το πιο μυστηριακό, σωστό θαύμα, ήταν αυτό που θα διηγηθώ αμέσως. Και λέω πως αυτή τη χάρη μού την έστειλε ο Α.(-Γιώργης ο φουστανελάς, ο εξ Ιωαννίνων, που είναι και συμπατριώτης μου. γιατί το είδα στις 17 Ιανουαρίου 1986, ξημερώνοντας Παρασκευή, που εορτάζεται η μνήμη του, όπως διαπίστωσα εκ των υστέρων. Βέβαια την ίδια μέρα είναι και του Αγίου Αντωνίου, όμως εγώ δεν είχα ποτέ μου σχέση μ αυτόν τον γιο. Α πα ει, δεν μπορώ να πω με βεβαιότητα. Δεν ξέρω. Κατηφόριζα λοιπόν σ' έναν κεντρικό δρόμο της Αθήνας, νομίζω στην Ιπποκράτους, μέσα σ' ένα φως αχνό και γκρίζο. Μαζί κατηφόριζε κι άλλο πλήθος, γιατί θα γινόταν η ανακομιδή των λειψάνων του Παλαμά και πηγαίναμε στην τελετή, όπου θα μιλούσε ο Διονύσιος Σολωμός.
Στο δρόμο, από μικρά μεγάφωνα που τα έβλεπα τοποθετημένα εδώ κι εκεί στα μπαλκόνια, ακουγόντουσαν μουσικές - όχι εμβατήρια, αλλά μουσικές πολύ ευφρόσυνες, αυτές οι λέξεις ερχόντουσαν στο voυ μου.
Κάποια στιγμή σταμάτησαν όλα κι άρχισε ν' ακούεται η φωνή του Διονυσίου Σολωμού που μιλούσε Δεν καταλάβαινα τι έλεγε, γιατί είχε μέσα και πολλές ιταλικές λέξεις, αλλά ένιωθα μεγάλη αγαλλίαση και ευφροσύνη. Και σκεφτόμουν: “Κοίταξε, ζει ακόμη ο Διονύσιος Σολωμός! Κι ας γεννήθηκε πριν από την επανάσταση! Που σημαίνει ότι έζησε όλα τα μεγάλα γεγονότα που ακολούθησαν: την Ένωση της Επτανήσου, τους πόλεμους του δώδεκα-δεκατρία, τη Μικρασιατική Καταστροφή, το Έπος του Σαράντα, Κατοχή, απελευθέρωση, δικτατορίες. Τα ζούσε κλεισμένος στο σπίτι του και κανείς δεν το είχε υποπτευθεί. αυτό θα πει Άρχοντας! Αυτό θα πει Μεγάλος Ποιητής! Ως φαίνεται, όλον αυτόν τον καιρό τον φρόντιζε ο υπηρέτης του, ο Λάμπρος. Αυτός του πήγαινε τα νέα . . . ”.
Κάπου εκεί άλλαξε τ' όνειρο. Κι είδα πάλι πως ήμουν σε κάποια συντροφιά (Ο Αλέξανδρος; ο Σπύρος; ο Ηλίας; - σαν αυτούς) κι εγώ τους διηγόμουν όσα πιο πριν είχα ονειρευτεί. Τότε κάποιος απ αυτούς με ρώτησε:
-Μα πότε γεννήθηκε ο Διονύσιος Σολωμός; -Το 1798, απάντησα με ακρίβεια.
-Κι είναι δυνατό να ζει ακόμα; Δεν έκανες το λογαριασμό ;
Κι εγώ του είπα:
-Κάνεις λογαριασμούς μέσα στ' όνειρο;
Το πρωί πήρα στο τηλέφωνο τον Αλέξανδρο και του τα διηγήθηκα.
Aυτός ας είναι μάρτυράς μου - αν χρειάζονται μάρτυρες γι αυτά τα πράγματα.

 

(Χριστόφορος Μηλιώνης "χειριστής ανελκυστήρος" Αθήνα: κέδρος 1993 σ. 169-176)

Επιστροφή στο σενάριο

Κοσμάς Πολίτης

(Κοσμάς Πολίτης EROICA Αθήνα: Ερμής 1986, σ. 1-5)

Επιστροφή στο σενάριο

 

Βαγγέλης Ραπτόπουλος "Τα τζιτζίκια"

 

ΜIΑ ΠΑΡΑ. Ο Φώτης κι ο Σταμάτης θα κοιμούνται ακόμα. Πάω στοίχημα. Πέρασα το λουρί στις τροχαλίες και τράβηξα το δυναμό. Ύστερα έσφιξα τις βίδες Και παράτησα το κλειδί στον παπά. Τ' αμάξι είν' έτοιμο. Έβγαλα το στουπί απ' την κολότσεπη και σήκωσα τα μάτια στο πατάρι. Το βλακόμετρο ήτανε σκυμμένο στο γραφείο του κι έκανε λογαριασμούς. Αφεντικό σου λέει μετά. Ωραία δουλειά. Ξέρω κι εγώ να την κάνω. Πήγα να πετάξω το στουπί στον πάγκο. Η ξανθιά στην αφίσα μού χαμογέλαγε όπως πάντα, κρυμμένη πίσω απ' το λάστιχο του τρακτέρ. Να σ' τη δίνανε τουλάχιστον μαζί με το μηχάνημα. Ξανάχωσα το στουπί στην κολότσεπη και τράβηξα για τη σκάλα.
Άντε τώρα να συνεννοηθείς με το βλακόμετρο. Το καπό το 'χα αφήσει επίτηδες ανοιχτό, μη μου πει πως καθόμουνα. Σκαρφάλωσα στο πατάρι κι ήρθα να σταθώ μπροστά του .
“ Τι έγινε, Σπυρής;” έκανε “ Τρέχει τίποτα;”
“Έχουμε πει να μη με λες έτσι”, του 'πα κι άρχισα να ξύνω τα σπυριά στη μούρη μου.
“Μην τα σκαλίζεις, ρε χαμένο”, τσίριξε
Κατέβασα το χέρι με το πάσο μου κι είπα: “Είναι ώρα να του δίνω.”
“Για πού πάλι;”
“Σου 'πα και χτες, ρε Μπάμπη. Θα μας τραβήξουνε κάτι φωτογραφίες από 'να περιοδικό. Μηχανόβιοι κι έτσι.”
“Και πού θα βρεις μηχανή εσύ ;”
“Αυτό είναι δική μου δουλειά.”
“Σοβαρά;” έκανε το βλακόμετρο. “Κι η δικιά μου τι είναι που την παρατάς και φεύγεις; Σήμερα απ' τις δώδεκα, αύριο για μπάνιο.”
“Έχει ξαναγίνει;”
“Αυτό σου 'λειπε”, είπε “Να μου την κοπανάς καθημερινώς. Έχε χάρη, ρε, που 'ναι στη μέση η Αγγέλα.”
Έβγαλα το στουπί απ' την κολότσεπη κι άρχισα να τρίβω τα χέρια μου. “Ή Αγγέλα κι η Αγγέλα”, είπα, πιο πολύ σα να το 'λεγα στον εαυτό μου. “Μ' έχεις πρήξει. Νομίζεις πως επειδή παντρεύτηκες την αδερφή μου.”
“Βούλωσ' το, ρε”, πετάχτηκε το βλακόμετρο. “Άμα δεν ήτανε η Αγγέλα, θα 'χες πάρει πόδι από δω μέσα. Άντε τώρα, δίνε του, μη σου 'ρθει κάνα κλειδί στο κεφάλι.”
Δαγκώθηκα κι έκανα μεταβολή.
“Και πού 'σαι”, φώναξε πίσω μου. “Να πεις σ'αυτούς που θα τραβάνε τις φωτογραφίες να σε βγάλουν από μακριά. Μη δει κανείς τη μάπα σου και πάει απ' την καρδιά του.”
“Τον παίρνεις”, είπα μέσ' απ' τα δόντια μου κι άρχισα να κουτρουβαλάω τα σκαλιά με τέτοια λύσσα, που παραλίγο να φάω τα μούτρα μου.
“Να πεις της Αγγέλας πως θ' αργήσω το μεσημέρι”, φώναξε το βλακόμετρο. “Να μη με περιμένει για φαί. Άκουσες, ρε χαμένο;”
Τον έγραψα κανονικά κι ήρθα κοντά στ' αμάξι. Πήρα το κλειδί απ' τον παπά και βρόντησα το καπό μ' όλη μου τη δύναμη. Το βλακόμετρο κρεμάστηκε απ' το πατάρι κι άρχισε να χτυπιέται. Δεν πα' να φωνάζεις. Όπου να 'ναι, θα ησυχάσω κι από σένα. Τύλιξα το στουπί γύρω απ' το κλειδί και τα σφεντόνισα και τα δυο μαζί, σα να 'ταν ένα πράμα, προς τον πάγκο. Ύστερα προσπέρασα τ' αμάξι και βγήκα απ' το συνεργείο.
Τράβηξα κατευθείαν για το σπίτι του Σταμάτη. Ήμουν ακόμα με τα ρούχα της δουλειάς, όλο γράσο και μουντζούρα, και δεν ήθελα να με δει σ' αυτό το χάλι η Μαίρη, αλλά δε γινότανε κι αλλιώς. Στάθηκα μπροστά στην εξώπορτα και κοιτάχτηκα στο τζάμι. Έσφιξα τη ζώνη, πέρασα και τα δάχτυλα στα μαλλιά και χτύπησα το κουδούνι. Η Μαίρη άνοιξε μουτρωμένη ως συνήθως.
“Τι γίνεται; Στις ομορφιές σου σήμερα.” “Κόψ' τις κρυάδες, ρε Σπυρή.”
Έκανα πως δεν κατάλαβα κι είπα: “Είναι μέσα ο αδερφός σου;”
“Λείπει ποτέ τέτοια ώρα ο Σταμάτης;” “Καλά, ρε Μαίρη. Μια κουβέντα είπαμε” “Πέρνα μέσα”, έκανε “Στην πόρτα θα τη βγάλουμε;”
Μπήκα χωρίς δεύτερη κουβέντα και την περίμενα να κλείσει. “Μη μου θυμώνεις, ρε γαμώ το”, είπα μόνο.
“Χέσε μας. Νομίζεις πως έχω την όρεξή σου;” και μου γύρισε την πλάτη.
Έμεινα να την κοιτάω. Ύστερα πέρασα στο δωμάτιο του Σταμάτη. Τα παντζούρια κλειστά και το ροχαλητό του ακουγόταν καθαρά στο σκοτάδι. Ήρθα στο κρεβάτι και τον σκούντησα.
“Σήκω, Αρχηγέ. Σήκω, γιατί αργήσαμε” Πετάχτηκε και γούρλωσε τα μάτια. Μετά ξανάπεσε κι άρχισε να τα τρίβει. “Με τρόμαξες, ρε Τακούλη. Τι ώρα είναι;”
“ .. Θα ναι μια.”
Τέντωσε τα χέρια πάνω απ' το κεφάλι και χασμουρήθηκε “Δε χρειάζεται να τρέχουμε κι απ' τ' άγρια χαράματα. Εσύ τι έκανες; Σε πλήρωσε;”
“Τι να με πληρώσει;” είπα κι έκατσα στα πόδια του κρεβατιού. “Εδώ κόντεψα να τις φάω κι από πάνω, επειδή του 'πα να φύγω πιο νωρίς.”
“Ξύπνησε τώρα και τ' αρχίδι ο Μπάμπης και μας κάνει τον καμπόσο”, είπε “Αλλά έχει χάρη που 'ναι γαμπρός σου.”
“Σκατά μού είναι, Αρχηγέ.”
“Και τι θες δηλαδή, ρε Τακούλη; Να του την πέσουμε και να μείνει χήρα η αδερφή σου;” είπε και χαμογέλασε “Άντε να ετοιμαστείς και θα τα ορούμε Και πες και της Μαίρης να μου φτιάξει έναν καφέ.” Σηκώθηκα και κούνησα το κεφάλι. Ούτε κι εσύ με νιώθεις, Αρχηγέ. Βγήκα στο διάδρομο κι έσφιξα τις γροθιές. Στην κουζίνα δεν ήθελα να πάω.
“Μαίρη;” φώναξα από κει που ήμουνα.
“Έλα”, έκανε εκείνη από μέσα.
“Ο Σταμάτης θέλει καφέ”, είπα κι άρχισα να βαράω σιγανές μπουνιές στον τοίχο. “Μαίρη;” φώναξα πάλι.
“Έλα. Θες τίποτ' άλλο;”
“Ήθελα να σου πω ένα γεια.”
“Γεια σου”, έκανε “Καλό ταξίδι”, και χαχάνισε κι από πάνω.
Τράβηξα μια τελευταία μπουνιά στον τοίχο κι έκανα μεταβολή. Τα ίδια και τα ίδια. Μια ζωή. Το σπίτι μου ήτανε δίπλα ακριβώς απ' του Σταμάτη κι ανέβηκα πρώτα να πω της Αγγέλας πως το βλακόμετρο θ' αργούσε και να μην το περιμένει για φαί. Το ζεύγος έμενε από πάνω μας σ' ολόκληρο τριάρι. Μας είχανε κάτσει στο σβέρκο κανονικά. Προίκα και τρίχες κατσαρές. Το 'χαμε χρόνια γιαπί και μόνο λίγο πριν αρραβωνιαστούνε το βάλαμε μπροστά. Κι ανέλαβε ο πατέρας του Σταμάτη τα χτισίματα κι ο δικός μου που 'ναι μπογιατζής το βάψιμο, αλλά στο τέλος εγώ ξεπατώθηκα να κάνω το παιδί για όλες τις δουλειές. Που αν ήξερα απ' την αρχή τι βλακόμετρο ήταν ο Μπάμπης, ούτε το δαχτυλάκι μου δε θα κούναγα. Κατέβηκα και μπήκα κατευθείαν για μπάνιο. Τρίφτηκα να φύγουν οι μουντζούρες κι ύστερα άφησα τις σαπουνάδες να κυλάνε πάνω μου , λες και κυλάγανε πάνω σε κάναν άλλο. Όταν ξεμπέρδεψα, έκατσα λίγο και χάζεψα στον καθρέφτη. Ρήμαξα ένα σπυρί, το πάστωσα με αλοιφή και πήγα να ντυθώ. Ήθελα να 'μαι στην πένα. Οι φωτογραφίες είναι άτιμο πράμα και ποτέ δεν ξέρεις πώς θα βγεις. Βρέθηκα πάλι έξω απ' του Σταμάτη, έσκασα κι ένα χαμόγελο, και χτύπησα το κουδούνι. Μόνο που αντί για τη Μαίρη, τη φορά αυτή μου άνοιξε ο ίδιος ο Σταμάτης. Έφερε το δάχτυλο στο στόμα και μου 'κανε νόημα να τον ακολουθήσω.
Απ' την κουζίνα ακουγότανε νερό που έτρεχε κι ένα τραγούδι λαϊκό από τρανζιστοράκι. Ο Σταμάτης μπήκε στην κρεβατοκάμαρα της μάνας του κι εγώ έμεινα στο διάδρομο για τσίλιες. Μυστήρια και τρίχες. Δεν κάνω κέφι, Αρχηγέ. Αλλά είμαι μέσα. Τον είδα που σκαρφάλωσε στο κομοδίνο και κατέβασε απ' τον τοίχο το εικονοστάσι. Το τύλιξε προσεχτικά σ' ένα λευκό σεντόνι και το πήρε αγκαλιά. Εντελώς ξαφνικά το νερό απ' την κουζίνα σταμάτησε να τρέχει και γυρίσαμε κι οι δυο μαζί, λες και μας χτύπησε το ρεύμα. Περιμέναμε κάποιος να βγει, αλλά δε φάνηκε κανένας. Έκανα νόημα με το χέρι κι ο Σταμάτης όρμησε έξω, κάναμε ανάποδα τη διαδρομή. Κανένα πρόβλημα. Μόνο την τελευταία στιγμή, καθώς κλείναμε την εξώπορτα, το κρύσταλλο κουδούνισε και φοβήθηκα πως έγινε θρύψαλα το εικονοστάσι. Ο Σταμάτης το ψηλάφισε πάνω απ' το σεντόνι και μου 'κλεισε το μάτι.
“Όλα άσπρα, Τακούλη.”
Προχωρήσαμε αργά, με τον ήλιο να μας χτυπάει κατακέφαλα. Ο Σταμάτης με το δέμα αγκαλιά κι εγώ άδειος, να σέρνω τα πόδια μου. Μυστική επιχείρηση μ' αυτή την κολοζέστη. Δε μας έφτανε το κόλπο. Δυο στενά πιο κάτω στρίψαμε και τραβήξαμε γραμμή για την πολυκατοικία που φαινότανε στο βάθος. Τα σπίτια γύρω ήταν χαμηλά και ξεχώριζε Περάσαμε την είσοδο με τα φιμέ τζάμια και τα πλαo"tικά φυτά και πήραμε τ' ασανσέρ. Απ' τον πρώτο όροφο ακουγόταν ένα κομμάτι ροκ, θα 'χε κανένας το πικάπ στο τέρμα. Ο Σταμάτης πάτησε το κουμπί για τον τελευταίο όροφο και ξετύλιξε το εικονοστάσι.
“Θέλω ύφος, Τακούλη. Θεοσεβούμενοι κι έτσι.” “Έπρεπε να ορούμε και κάνα σήμα του κατηχητικού, Αρχηγέ”, είπα και γελάσαμε
Τον έβλεπα που πάλευε να διπλώσει το σεντόνι, αλλά εκεί μέσα δε χωράγαμε ούτε να ξυστούμε Στο τέλος το 'κανε κουβάρι και κλότσησε την πόρτα του ασανσέρ. Σταθήκαμε έξω από 'να διαμέρισμα στην τύχη και χτυπήσαμε το κουδούνι. Είχα στρίψει το εικονοστάσι προς την πόρτα κι ο Σταμάτης στεκόταν δίπλα μου με το σεντόνι κάτω απ' τη μασχάλη. Μας άνοιξε μια κοντή με σαγιονάρες. Κυρακαλή. “Καλημέρα σας”, τής είπε ο Σταμάτης. “Κάνουμε έρανο. Υπέρ ανεγέρσεως του ιερού ναού.”
Η κυρακαλή μάς έκοψε απ' την κορφή ως τα νύχια. Εδώ που τα λέμε, δε μοιάζαμε και για του κατηχητικού. Τύλιξε τα χέρια στην ποδιά της κι είπε:
“Ποιανού ναού;”
“Του Αγίου Αντωνίου”, είπε ο Σταμάτης.
“Υπέρ ανεγέρσεως”, έκανα κι εγώ κι ανασήκωσα μια ιδέα το εικονοστάσι.
Η κυρακαλή ζούληξε τα χείλια της και κούνησε το κεφάλι, χάθηκε στο διαμέρισμα χτυπώντας τις σαγιονάρες.
“Δεν τσιμπάει, Αρχηγέ”, είπα σιγά.
“Σσς”, έκανε ο Σταμάτης κι έχωσε το κεφάλι στην πόρτα.
Σε λίγο ακούστηκαν ξανά οι σαγιονάρες και τραβήχτηκε Η κυρακαλή έσκασε μύτη μ' ένα πορτοφολάκι και το στήριξε στην κοιλιά της για να τ' ανοίξει, “Της εκκλησίας, ε;”
“Μάλιστα”, είπε ο Σταμάτης κι άπλωσε το χέρι να πάρει το πενηντάρικο.
“Μα, με εικονοστάσι, βρε παιδιά;”
“Είναι το καινούριο στιλ”, είπε ο Σταμάτης και τσέπωσε τα λεφτά. “Έτσι θα γίνεται από δω και πέρα.”
“Κι είπατε του Αγιαντώνη, ε;”
“Μάλιστα”, είπε πάλι ο Σταμάτης.
“Μνήστητί μου, κύριε”, έκανε η κυρακαλή και σταυροκοπήθηκε “Εκεί μέσα έχετε εικόνισμα του Αϊ Νικόλα.”
Ο Σταμάτης της χαμογέλασε και μου 'κανε νόημα να του δίνουμε
“Ένας στον κάθε όροφο, μας φτάνει”, μου 'πε σιγά. “Μη γίνουμε κι εντελώς ρεζίλι.”
Βοήθησε να πιάσουμε το εικονοστάσι μαζί κι αρχίσαμε να κατεβαίνουμε τις σκάλες. Τα ψαλτήρια και τα εικονίσματα χτυπάγανε μες στο κουτί.
“Δε βγάζουμε τουλάχιστον τα στέφανα, Αρχηγέ;” του 'πα. “Θα φάμε κάνα βρομόξυλο στο τέλος.” “Προχώρα”, έκανε
Στο επόμενο διαμέρισμα μας άνοιξε μια γριά και την ξεπετάξαμε στα σβέλτα. Ούτε ερωτήσεις ούτε τίποτα. Κι από πάνω, μας έσκασε και κατοστάρικο. Κατεβήκαμε κι άλλον ένα όροφο και χτυπήσαμε καινούριο κουδούνι. Μας άνοιξε μια στυφή.
“Δε δίνω εγώ σε εράνους και τέτοια. Πηγαίντε πουθενά αλλού.”
Ο Σταμάτης μου 'κλεισε το μάτι κι έσκυψε το κεφάλι.
“Άπιστοι άνθρωποι”, είπε “Θα πέσει ο ουρανός και θα σας κάψει.”
“Κύρ' ελέησον, κύρ' ελέησον”, είπα κι εγώ και κούνησα πέρα δώθε το εικονοστάσι.
“Δεν είμαστε με τα καλά μας, που θα με φοβερίσετε κι από πάνω”, είπε η στυφή. “Φυγέτ' από δω”, και μας κοπάνισε την πόρτα.
Ο Σταμάτης της τράβηξε μια μούντζα κι έπιασε ξανά, να κατεβάσουμε το εικονοστάσι στον πρώτο. Μια πόρτα ήτανε μισάνοιχτη κι από μέσα ακουγόταν ένα κομμάτι ροκ, όπως και πριν που περνάγαμε την είσοδο. Σταθήκαμε και την είδαμε ν' ανοίγει, βγήκε ένας πιτσιρικάς. Μας κοίταξε, τον κοιτάξαμε κι εμείς.
“Είναι μέσα η μάνα σου;” τον ρώτησε ο Σταμάτης.
“Γιατί;” έκανε ο πιτσιρικάς.
“Τη θέλουμε Είναι μέσα;”
“Τι να την κάνετε;”
“Έρανο κάνουμε, ρε παιδάκι μου”, του 'πα.
“Δεν πά' να κάνετε καμιά άλλη δουλειά;” είπε ο πιτσιρικάς κι ο Σταμάτης άλλαξε χίλια χρώματα. “Σαν πολύ τον έξυπνο δε μας κάνεις, ρε φίλε;” “Για κοίτα, ρε, ένα παπαδάκι”, έκανε ο πιτσιρικάς. “Στο κατηχητικό σάς τα μάθανε αυτά;”
“Άμα σου γαμήσω καμιά παναγία, θα δεις”, είπε ο Σταμάτης κι έκανε να πάει προς το μέρος του.
Ο πιτσιρικάς οπισθοχώρησε “Είσαστε δύο κι είμαι μόνος μου.”
“Άσ' τον, Αρχηγέ”, φώναξα και πήγα ν' αφήσω το εικονοστάσι, αλλά δεν πρόλαβα.
Με μια απότομη κίνηση, ο Σταμάτης έφερε το σεντόνι απ' τη μασχάλη στα χέρια και γραπώνοντας τη μια του άκρη, το τίναξε σαν λάσο προς τον πιτσιρικά. Το πανί φούσκωσε, έγραψε μια καμπύλη στον αέρα κι ύστερα έπεσε και κουκούλωσε το έκπληκτο πρόσωπο του πιτσιρικά. Η φωνή του ήρθε αμέσως μετά, μαζί με το γδούπο που έκανε καθώς έπεφτε στα τυφλά πάνω στην πόρτα. Ο Σταμάτης τράβηξε το σεντόνι πίσω και χυθήκαμε μαζί προς τις σκάλες, με το εικονοστάσι να κουδουνίζει σαν τρελό. Σε χρόνο ρεκόρ είχαμε βγει απ' την πολυκατοικία και βρεθήκαμε στην απέναντι γωνία. Στρίψαμε στο στενό και σταθήκαμε να πάρουμε ανάσα. Ο Σταμάτης τύλιξε πρόχειρα το εικονοστάσι και μου το φόρτωσε, πήραμε με το πάσο μας το δρόμο για το σπίτι.
“Κοντέψαμε να ξεφτιλιστούμε”, του 'πα σε μια στιγμή. “Για εκατόν πενήντα φράγκα;”
“Τελευταία μέρα, Τακούλη. Παρακάλα να πάνε όλα καλά κι από αύριο θα 'μαστε κύριοι.”
“Εγώ παρακαλάω, Αρχηγέ. Και τον Αγιαντώνη και τους , Άγιους πάντες.”
“Θα πέσει ο ουρανός και θα μας κάψει”, είπε και με χτύπησε στην πλάτη, βάλαμε κι οι δυο τα γέλια.

(Βαγγέλης Ραπτόπουλος "Τα τζιτζίκια" Αθήνα: Κέδρος, 1985, σ. 15-24)

Επιστροφή στο σενάριο