Τέχνη και εξουσία

α) Η πολιτική λειτουργία της τέχνης
"Τι πιστεύετε πως είναι ο καλλιτέχνης;
Ενας ανόητος ο οποίος έχει απλά μάτια αν είναι ζωγράφος ή αυτιά αν είναι μουσικός; Αντίθετα, την ίδια στιγμή είναι ένα πολιτικό ον, το οποίο διαρκώς ανταποκρίνεται σε σπαραξικάρδια, φλογερά ή χαρούμενα γεγονότα και απέναντι στα οποία παίρνει θέση με ποικίλους τρόπους. Οχι, η ζωγραφική δε γίνεται για να διακοσμεί διαμερίσματα. Είναι ένα εργαλείο πολέμου για να επιτίθεται, αλλά και να αμύνεται ενάντια στον εχθρό"

Pablo Picasso, 1945
Η μελέτη της ιστορίας των λειτουργιών που έχει γνωρίσει η τέχνη στις διάφορες εποχές και στους διάφορους πολιτισμούς ταυτίζεται, στην ουσία, με τη μελέτη της έννοιας και του περιεχομένου του έργου τέχνης, τις κοινωνικές αντιλήψεις για την τέχνη, τη θέση του καλλιτέχνη στην εκάστοτε κοινωνία, τις θεωρίες για την τέχνη, τους θεσμούς και τους μηχανισμούς προώθησης της καλλιτεχνικής δημιουργίας.
Η θρησκευτική, για παράδειγμα, λειτουργία του έργου τέχνης αποτέλεσε για πολλούς αιώνες την κυρίαρχη λειτουργία και τον κυριότερο προορισμό της τέχνης. Όχι μόνο οι λατρευτικές εικόνες και παραστάσεις που ήταν, σαφέστατα, προορισμένες για να λατρευτούν, να προσκυνηθούν και να τιμηθούν, αλλά και γενικότερα η ζωγραφική με την, ως επί το πλείστον, θρησκευτική θεματολογία, η γλυπτική και η αρχιτεκτονική για ένα μεγάλο διάστημα προορίζονταν να εξυπηρετήσουν λατρευτικές ανάγκες του πιστού, να μεταφέρουν και να διδάξουν το μήνυμα του Θεού, να κατηχήσουν και να νουθετήσουν, επιτελώντας, με τον τρόπο αυτό, στα πλαίσια θεοκρατικών κοινωνιών, και ηθικοδιδακτική λειτουργία. Το μεγαλύτερο μέρος της τέχνης παλαιότερων εποχών που διασώζεται σήμερα ήταν προορισμένο να επιτελέσει μια τέτοια λειτουργία. Στις μέρες μας, στις δυτικές κοινωνίες η τέχνη δεν λειτουργεί μέσα σε ένα τέτοιο πλαίσιο υποδοχής και πρόσληψης.
Σε όλες τις εποχές η τέχνη βρέθηκε, συχνά, -όχι βέβαια αποκλειστικά- στην υπηρεσία της άρχουσας, της ηγετικής τάξης. Η τέχνη έχει κατά καιρούς επιτελέσει, αλλά και βέβαια ακόμα και σήμερα επιτελεί πολιτικές λειτουργίες. Και εδώ δε θα πρέπει να αναλογιστούμε αποκλειστικά την πολιτική τέχνη, τη σύνδεση τέχνης και εξουσίας με τη στενή έννοια της τέχνης στα πλαίσια δικτατορικών καθεστώτων. Πολιτική είναι η λειτουργία της δημόσιας αρχιτεκτονικής, των γλυπτικών μνημείων και των ζωγραφικών διακοσμήσεων σε δημόσιους χώρους και γενικά η τέχνη των κρατικών παραγγελιών. Πολιτικός και δημόσιος είναι, επίσης, ο χαρακτήρας της τέχνης που έχει ως σκοπό να προβάλλει, να επιβεβαιώσει τη δύναμη και την αξία ενός ηγέτη, να ασκήσει κριτική σε θεσμούς και νοοτροπίες, κατόπιν άμεσης ή έμμεσης κρατικής καθοδήγησης.

Ο έλεγχος και η άσκηση της εξουσίας αποτελεί μια σταθερά στις ανθρώπινες κοινωνίες. Όσοι κατέχουν, ασκούν, ή επιθυμούν να καταλάβουν την εξουσία βασίστηκαν, ανέκαθεν, στη δυνατότητα της εικόνας να πείθει το κοινό. Ενδιαφέρον παρουσιάζει η μελέτη των τρόπων με τους οποίους η εξουσία χρησιμοποιεί την εικαστική δημιουργία για να πετύχει το σκοπό της. Πρέπει να μάθουμε να κοιτάμε κριτικά την εικόνα και να την αποκωδικοποιούμε προκειμένου να αναγνωρίσουμε το βαθύτερο νόημά της και να την κατανοήσουμε στο πολιτισμικό και ιστορικό της πλαίσιο.
Οι κοσμικοί ηγεμόνες, όπως παλαιότερα οι θρησκευτικοί, συνειδητοποίησαν έγκαιρα την ανάγκη της οπτικής, κατ' αρχήν, επικοινωνίας με το κοινό. Οι σημαίες και τα οικόσημα, τα παλάτια με την εσωτερική και την εξωτερική τους διακόσμηση, τα δημόσια αρχιτεκτονήματα, οι διάφορες τελετουργίες, οι οποίες, συνήθως ήταν ευθύνη των καλλιτεχνών -ζωγράφων, μουσικών και αρχιτεκτόνων- που υπηρετούσαν στις βασιλικές αυλές, αποτελούσαν το μέσο για να απευθυνθεί, αποτελεσματικά ο άρχοντας στο λαό του, στη βάση της γνωστής αρχής ότι η εικόνα λειτουργεί ως ανοικτό βιβλίο για τον κόσμο. Βέβαια το ρόλο του διαμεσολαβητή της επίσημης εξουσίας με τον κόσμο δε χρειάζεται ούτε είναι σε θέση να τον ασκήσει στις μέρες μας η "υψηλή" λεγόμενη τέχνη. Νέα μέσα όπως ο κινηματογράφος, το βίντεο, η αφίσα, η φωτογραφία, έρχονται, σήμερα, να αναλάβουν, σε ένα μεγάλο βαθμό, την πολιτική και δημόσια λειτουργία η οποία, παλαιότερα, ήταν ευθύνη της ζωγραφικής, της γλυπτικής και της αρχιτεκτονικής.

Στα μοντέρνα κράτη η τέχνη έπαψε να βρίσκεται στην άμεση υπηρεσία του κράτους. Οι καλλιτέχνες δεν υπηρετούν στις βασιλικές αυλές ή στους πλούσιους πολιτικούς παράγοντες. Είναι δηλωμένη η επιθυμία όχι μόνο των καλλιτεχνών αλλά και της κρατικής αρχής να απαλειφθεί κάθε σχέση εξάρτησης. Ωστόσο, η καλλιτεχνική δημιουργία εξακολουθεί, ευτυχώς, να έχει πολιτικό περιεχόμενο, με την ευρεία έννοια της παρέμβασης, της άποψης που καταθέτει για τα όσα συμβαίνουν γύρω μας. Από την άλλη πλευρά, αν και επίσημα οι κρατικοί μηχανισμοί και τα πρόσωπα δεν παρεμβαίνουν ούτε ελέγχουν την καλλιτεχνική εξουσία, οφείλουμε να παραδεχθούμε πως μια σειρά θεσμών, όπως κρατικές υποτροφίες, κρατικές σχολές Καλών Τεχνών, ιδρύματα, πολιτιστικοί οργανισμοί κ.ά. δημιουργούν ένα πλαίσιο στήριξης της καλλιτεχνικής ζωής ενός τόπου. Χωρίς να υπονοούμε ότι παρεμβαίνουν σε αυτή, σίγουρα δηλώνουν μια νέου είδους, αναπόφευκτη, σχέση τέχνης και πολιτικής.

β) Η ελευθερία της τέχνης και η συνταγματική κατοχύρωσή της
"Το μόνο που χρειάζεται η τέχνη είναι το υλικό. Ελευθερία η τέχνη δεν χρειάζεται, η τέχνη είναι ελευθερία. Κανείς δεν μπορεί να της αφαιρέσει την ελευθερία. Κανείς δεν μπορεί να της δώσει την ελευθερία ούτε κράτος ούτε πόλη ούτε κοινωνία μπορεί να πιστεύει ότι της δίνει ή της έχει δώσει αυτό που από τη φύση της είναι: ελεύθερη. Ελευθερία που της παραχωρείται δεν υπάρχει για την τέχνη, ελευθερία είναι μόνο αυτή που ξέρει να παίρνει. Ξέρει ότι αν παραβιάσει σύνορα θα την πυροβολήσουν. Πόσο μακριά μπορεί να πάει, δεν μπορεί να της το πει κανείς πρέπει να πάει μακριά για να μπορέσει να μάθει πόσο μακριά επιτρεπόταν να πάει."
Heinrich Βoll, Die Freiheit der Kunst, στο: Aufsatze-Kritiken-Reden, 1967
(πηγή: Γεράσιμος Θεοδόσης, Η ελευθερία της τέχνης, Αθήνα 2000, σ. 37)

Πρώτο το γερμανικό Σύνταγμα της Βαϊμάρης του 1919 κατοχύρωνε την ελευθερία της τέχνης:
"Η τέχνη, η επιστήμη και η διδασκαλία τους είναι ελεύθερες. Το κράτος τους παρέχει προστασία και συμμετέχει στην καλλιέργειά τους".
(Θεοδόσης, 2000, σ. 17)

Στην Ελλάδα η συνταγματική κατοχύρωση της ελευθερίας της τέχνης συντελείται για πρώτη φορά στο σύνταγμα του 1927.
"Η τέχνη και η επιστήμη και η διδασκαλία αυτών είναι ελεύθεραι, διατελούν δε υπό την προστασίαν του Κράτους, το οποίον συμμετέχει εις την επιμέλειαν και την εξάπλωσιν αυτών."
(Θεοδόσης, 2000, σ. 19)

Λίγο μετά το τέλος του β' παγκοσμίου πολέμου, το 1948, η Παγκόσμια Διακήρυξη των Ανθρώπινων Δικαιωμάτων έρχεται να διασφαλίσει το δικαίωμα στη ελεύθερη έκφραση (άρθρα 18 και 19).


Κορυφή σελίδας